Revolver

Καθόταν στο σκληρό παρκέ και δεν μπορούσε να πάρει ανάσα. Αυτό ήταν το μόνο που μπορούσε να θυμηθεί απο εκείνο το βράδυ.

Όταν ξύπνησε δεν αναγνώρισε το μέρος στο οποίο βρισκόταν. Οι τοίχοι ηταν γκρι αλλα μάλλον κάποτε ήταν άσπροι, και μπορούσε να διακρίνει διάσπαρτους καφέ λεκέδες εδώ και εκεί. Ένιωσε ένα έντονο τσούξιμο στους καρπούς της και της πήρε αρκετή ώρα να προσαρμόσει τα δεδομένα που βρισκόταν γύρω της.

Πρώτον, στο δωμάτιο ήταν μόνη της, δεύτερον ήταν ξαπλωμένη στο πάτωμα και τα χέρια της ήταν σφιχτά δεμένα σε ενα καλοριφέρ, και τρίτον δεν υπήρχε τίποτα στο δωμάτιο, κανένα έπιπλο, κανένα σημείο ζωής.

Τότε άρχισαν να παρέρχονται στο μυαλό της ένα ένα τα γεγονότα της προηγούμενης βραδιάς. Το ταϊλανδέζικο φαγητο που παρήγγειλε μαζι με τον πατέρα της, το πως έριξε το κρασί της πάνω στο άσπρο και ακριβό φόρεμα της όταν η πόρτα άνοιξε απότομα και τρεις μεγαλόσωμοι και οπλισμένοι άντρες βίαια μπήκαν στο λοφτ τους χωρίς καμία εξήγηση. Τον πατέρα της που της φώναζε να φύγει απο το δωμάτιο, τους άντρες να ξεστομίζουν βρισιές και να μιλάνε έντονα για λεφτα, την ένταση της συζήτησης να ανεβαίνει όλο και περισσότερο, τον ένα απο αυτούς να τραβάει ένα περίστροφο απο την εσωτερική τσέπη του ατσαλάκωτου σακακιού του, το όπλο να στρέφεται προς το μέρος της, απειλές για τη ζωη της αν ο πατέρας της δεν είχε τα λεφτά τους, ο ήχος της σκανδάλης, το σώμα του πατέρα της να μπαίνει προστατευτικά μπροστά της, αίμα να ποτίζει τα μαλλιά και τη μπλούζα της, αίμα στο πάτωμα, στον τοίχο, το σώμα του πατέρα της να πέφτει και τα μάτια του να την κοιτάνε για μια τελευταία φορά.

Για αυτο ηταν στο πάτωμα και εκείνη, για αυτό δεν μπορούσε να αναπνεύσει, μάλλον θα έκλαιγε και ας μη το θυμόταν. Την νάρκωσαν και την εφέραν στο δωμάτιο, αυτό υποψιαζόταν τουλάχιστον.

Ήθελε να κλάψει πάλι αλλά δεν θα τη βοηθούσε σε κάτι. Τα συναισθήματα της όμως ήταν πολύ έντονα και πολυ αρνητικά και δεν κατάφερνε να τα διαχειριστεί. Ήθελε να νοιώσει οποιοδήποτε άλλο είδος πόνου εκτός απο αυτο που την κατάπινε. Χωρίς να το καταλάβει δάγκωνε το κάτω χείλος της, τόσο δυνατά που είχε αρχίσει να ματώνει, και όσο πιο πολυ μάτωνε τοσο πιο δυνατά το δάγκωνε. Το αίμα έσταξε στο πάτωμα και το κοίταξε με μίσος. Δεν ήθελε να ξαναδεί αίμα.

Κάποια στιγμή κοιμήθηκε και όταν ξύπνησε είχε μπροστά της μια ποπ Τάρτ με γεύση φράουλα την οποία δεν άγγιξε. Ειχε χάσει τις ώρες γιατι το δωμάτιο δεν είχε παράθυρο παρά μόνο έναν αεραγωγό. Πονούσαν τα χείλη της αλλά δεν την ένοιαζε. Ποτέ δεν έβλεπε το πρόσωπο εκείνου που της έφερνε φαγητό και νερό και ούτε της μίλαγε. Της έλειπε ο μπαμπάς της, οι φίλες της, η ζωή της.

Πάντα είχε ότι ήθελε εκτός απο τη μητέρα της που μετα το διαζύγιο ήταν πάντα απών. Όσο ήταν σε εκείνο το δωμάτιο σκέφτηκε πολλές φορές αν άξιζε αυτο που της συνέβη. Αν η αυταρχική συμπεριφορά της στους γύρω της όλα αυτα τα χρόνια και η αδυναμία της να είναι εκει συναισθηματικά για τους άλλους την οδήγησε σε αυτο το δωμάτιο. Αλλά δεν είχε βλάψει ποτέ κανένα, δεν της άξιζε αυτό. Σε αυτό το συμπέρασμα κατέληγε κάθε φορα που έκανε τέτοιες σκέψεις.

Μετά απο κάποιες μέρες έκλαιγε πολύ. Σκεφτόταν όλους όσους ήξερε και αν κανένας απ αυτούς θα ειχε παρατηρήσει οτι έλειπε. Αν η αστυνομία ειχε βρει το πτώμα του πατέρα της, η αν ήταν ακομα εκεί. Αν η μαμά της την είχε ψάξει, αν είχε στεναχωρεθεί για τον πατέρα της και αν είχε ανησυχήσει για την κόρη της.

Όταν την έβγαλαν απο το δωμάτιο της είχαν καλύψει τα μάτια και την είχαν βάλλει σε ένα αμάξι. Θυμόταν οτι ήταν πολυ ώρα εκει μέσα και οτι την ενοχλούσε η μυρωδιά απο τα δερμάτινα καθίσματα. Ίσως και να την ενοχλούσε η δίκη της μυρωδιά. Δεν ήθελε να ασχοληθεί.

Όταν την έβγαλαν απ το αυτοκίνητο και της ελευθέρωσαν τα μάτια είδε σε απόσταση τη μητέρα της να κλαίει και έναν άντρα να πλησιάζει με ένα μεγάλο σάκο. Σκέφτηκε πως σίγουρα θα ειχε λεφτά μέσα. Τα συναισθήματα της ήταν μπερδεμένα. Ήταν χαρούμενη που έβλεπε την μητέρα της, ήταν σοκαρισμένη και επίσης δεν ήξερε γιατι η μαμά της ήταν εκει. Επειδη την αγαπούσε ;

Οταν η μητέρα της την έπιασε επιτέλους στα χέρια της την αγκάλιασε και ξέσπασε σε κλάμματα, αλλα δεν είπε τίποτα. Καμια απ τις δυο δεν είπε τίποτα. Κάθισαν στο αυτοκίνητο και κατευθύνθηκαν προς το σπίτι της μητέρας της.

“Και τώρα τι;” κατάφερε να πει εκείνη μετά απο αρκετή ώρα.

“Καταλαβαίνω οτι η συνθήκες είναι άσχημες, και καταλαβαίνω οτι δεν ήμουν η καλύτερη μητέρα εδώ και πολλά χρόνια.. αλλά πραγματικά μετά απο κάποιο σημείο, όταν ήξερα οτι ειχα ήδη χάσει τόσα απ τη ζωή σου, παρόλο που κατάλαβα το λάθος μου δεν μπορούσα να σε προσεγγίσω. Ειναι δειλό το ξέρω, αλλά δεν μπορούσα. Τωρα λοιπόν ήρθε η ώρα να ειμαι η μαμά σου. Να σε βοηθήσω να σηκωθείς, να είμαι δίπλα σου, να σε δω να προχωράς και να γίνω η γιαγιά των παιδιών σου. Ίσως τα καταφέρω καλύτερα μαζι τους τωρα που ξερω πως θα πρέπε να ειχα ζήσει τη ζωή μου. Θα με αφήσεις ;”

Εκείνη σκέφτηκε για λίγο. Ήξερε οτι θα ήταν διστακτική αρκετά, ίσως και απόμακρη αλλα ήταν η μητέρα της. Μια ζωη περίμενε να ακούσει αυτα τα λόγια και τωρα που τα ειχε ακούσει φαινόντουσαν πραγματικά αυθεντικά. Καθώς σκεφτόταν δάγκωσε καταλάθως τα χείλη της και συνοφρυώθηκε απο το τσούξιμο. Αλλα γρήγορα της πέρασε, χαμογέλασε αμυδρά, και απάντησε…”Ναι…μαμά”.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s